μπον βιβέρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπον βιβέρ < αγγλική bon viveur < bon (καλός) + viveur (άνθρωπος που έχει μια ζωή γεμάτη απολαύσεις)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το σωστό, στα γαλλικά, είναι το bon vivant. Στην Ελλάδα, έχει καθιερωθεί το bon viveur, που προέρχεται από τα αγγλικά και αποτελεί παραμόρφωση του προηγούμενου.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπον βιβέρ αρσενικό ή θηλυκό

  1. καλοζωιστής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]