bon vivant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

bon vivant < bon (καλός) + vivant (ζωντανός, ζωηρός, κεφάτος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bon vivant (fr) αρσενικό

  1. μπον βιβέρ, φιλήδονος