Μετάβαση στο περιεχόμενο

νάνο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: νανο-, νανό-

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

νάνο αρσενικό