νευρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νευρά < αρχαία ελληνική νευρά (ιων. νευρή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νευρά θηλυκό

  1. χορδή (τόξου ή μουσικού οργάνου) φτιαγμένη από νεύρο ζώου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]