ντρέσινγκ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντρέσινγκ < αγγλική dressings

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντρέσινγκ ουδέτερο άκλιτο

  1. (γαστρονομία): γενική ονομασία οποιασδήποτε κρύας σάλτσας που συνοδεύει σαλάτα προσθέτοντας νοστιμιά, ανεξάρτητα αραίωσης, γεύσης, ή επιλογής υλικών όπως είναι π.χ. η μαγιονέζα.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]