επένδυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επένδυση οι επενδύσεις
      γενική της επένδυσης
& επενδύσεως
των επενδύσεων
    αιτιατική την επένδυση τις επενδύσεις
     κλητική επένδυση επενδύσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επένδυση < αρχαία ελληνική ἐπένδυσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επένδυση θηλυκό

  1. υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικής, ενίσχυσης ή προφύλαξης
    • (ειδικότερα) η εσωτερική κάλυψη ενδυμασίας
    • (κατ' επέκταση) η προσθήκη μουσικής ή άλλων εφέ στη ροή ενός κινηματογραφικού έργου
  2. (οικονομία) η διάθεση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με σκοπό να δημιουργηθεί νέο κεφαλαίο
    • (συνεκδοχικά) οτιδήποτε θεωρούμε ότι μπορεί, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, να αποφέρει κέρδος (οικονομικό ή άλλο)
      η καλύτερη επένδυση για το μέλλον μιας χώρας είναι η επένδυση στην παιδεία και την εκπαίδευση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]