επένδυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επένδυση επενδύσεις
γενική επένδυσης
& επενδύσεως
επενδύσεων
αιτιατική επένδυση επενδύσεις
κλητική επένδυση επενδύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επένδυση < αρχαία ελληνική ἐπένδυσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επένδυση θηλυκό

  1. υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικής, ενίσχυσης ή προφύλαξης
    • (ειδικότερα) η εσωτερική κάλυψη ενδυμασίας
    • (κατ’ επέκταση) η προσθήκη μουσικής ή άλλων εφέ στη ροή ενός κινηματογραφικού έργου
  2. (οικονομία) η διάθεση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με σκοπό να δημιουργηθεί νέο κεφαλαίο
    • (συνεκδοχικά) οτιδήποτε θεωρούμε ότι μπορεί, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, να αποφέρει κέρδος (οικονομικό ή άλλο)
      η καλύτερη επένδυση για το μέλλον μιας χώρας είναι η επένδυση στην παιδεία και την εκπαίδευση

32πχ Μεταφράσεις[]