ξενοδόχους

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ξενοδόχους αρσενικό ή θηλυκό



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ξενοδόχους αρσενικό

  • ξενοδόχος, στην αιτιατική του πληθυντικού
    ※  Ανώνυμος, 13ος-15ος αιώνας, «Φλώριος και Πατζιαφλώρα»
    Έχε προαίρεσιν καλήν πάντα στοὺς ξενοδόχους,
    χάριν ἂς ἔχουν ἀπὸ σὲν καὶ σὺ νὰ ἐπαινῆσαι,
    μὴ ἀφήσῃς ὄνομα κακὸν, υἱέ, εἰς ξενοδοχεῖον.
    στίχοι 1152-1154 - Δημώδης Γραμματεία στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2015. Από τον Διγενή Ακρίτη (12ος αιώνας) έως την πτώση της Κρήτης (1669) - Κριαράς, Εμμανουήλ (επιμ.), Βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα [Βασική Βιβλιοθήκη, 2], Αετός, Αθήνα 1955, σ. 131-196.