Μετάβαση στο περιεχόμενο

ορού

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: όρου

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ορού αρσενικό

Παρώνυμα

[επεξεργασία]