παθογόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παθογόνος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pathogène < πάθος + -γόνος

Open book 01.svg Επίθετο[]

παθογόνος, -α/-ος, -ο(ν)

  1. (ιατρική) που είναι αιτία μιας ασθένειας
    παθογόνα μικρόβια


32πχ Μεταφράσεις[]