παλαιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλαιώνω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παλαιώνω

  1. αφήνω κάτι να γίνει πιο παλαιό, αλλά σε ελεγχόμενες συνθήκες, ώστε να αποκτήσει ειδική χρήση ή καλύτερη ποιότητα και μεγαλύτερη αξία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]