παρεό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρεό < γαλλική paréo < πολυνησιακή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρεό ουδέτερο, άκλιτο

  1. είδος γυναικείου, κυρίως, ενδύματος που αποτελείται από ένα κομμάτι ύφασμα και τυλίγεται γύρω από το σώμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]