Μετάβαση στο περιεχόμενο

παστερίωσις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παστερίωσις, -εως θηλυκό