Μετάβαση στο περιεχόμενο

πετσώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πετσώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πετσώνω < πετσί

πετσώνω

  1. (για υλικό) γίνομαι σκληρός σαν πετσί
  2. ντύνω, καλύπτω κάτι μόνιμα, κολλώντας του δέρμα
  3. δένω, καλύπτω με ξύλα ομοιόμορφα, μία επιφάνεια δημιουργώντας τη βάση στην οποία θα στηριχτεί το τελικό υλικό
  4. (ναυτικός όρος, ναυπηγικός όρος, Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value).) τοποθετώ σανίδες στους νομείς σκάφους, δημιουργώντας περίβλημα

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]