πιπεριδίνες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

πιπεριδίνες < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πιπεριδίνες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική) επιμέρους κατηγορία των αντιισταμινικών φαρμάκων που χορηγούνται κατά παθήσεων του αναπνευστικού συστήματος και αλλεργικών καταστάσεων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]