πολυδικέω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πολυδικέω < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]πολυδικέω-πολυδικῶ
- είμαι δικομανής, εμπλέκομαι σε πολλούς δικαστικούς αγώνες
πολυδικέω-πολυδικῶ