Μετάβαση στο περιεχόμενο

ραβδοσκόπου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ραβδοσκόπου αρσενικό ή θηλυκό