ραβδοσκόπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ραβδοσκόπος ραβδοσκόποι
γενική ραβδοσκόπου ραβδοσκόπων
αιτιατική ραβδοσκόπο ραβδοσκόπους
κλητική ραβδοσκόπε ραβδοσκόποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραβδοσκόπος < ράβδος + -ο- + -σκόπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ραβδοσκόπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που προσπαθεί να εντοπίσει υπόγεια ύδατα κρατώντας στο χέρι του μια ράβδο
  2. ραβδομάντης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]