σέρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό - Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

σέρι (el) ουδέτερο μόνο στον ενικό, άκλιτο
δημώδης πληθυντικός τα (ποτά) σέρια

  1. ισπανικός ενισχυμένος οίνος σέρρυ/sherry (στα παλαιού τύπου προϊόντα αναγράφεται η συνθετότερη ορθογραφία)
  2. μεξικάνικη γλώσσα της (αυτόνομης πολιτείας) Σονόρα w:Σέρι (μία σονορέζικη γλώσσα)