σεμέν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

λεπτομέρεια από σεμέν (1)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεμέν < γαλλική chemin (de table)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σεμέν ουδέτερο άκλιτο (& σεμέ & σεμές)

  1. είδος εργόχειρου, κεντητού ή πλεκτού (με βελονάκι), που στρώνεται κυρίως σε τραπέζι, τηλεόραση, δίσκο σερβιρίσματος κ.α.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]