σκευωρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκευωρός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκευωρός αρσενικό

  • που κάνει σκευωρία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]