Μετάβαση στο περιεχόμενο

συνήθισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

συνήθισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος συνηθίζω