σφουγγίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφουγγίζω < αρχαία ελληνική σπογγίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σφουγγίζω

  1. απομακρύνω τα υγρά ή/και τη βρομιά από μια επιφάνεια χρησιμοποιώντας ένα απορροφητικό υλικό, σφουγγάρι, πανί, πετσέτα κλπ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]