ταμπά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ταμπάκο, ταμπάκος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταμπά < γαλλική tabac < ισπανική tabaco

Επίθετο[επεξεργασία]

ταμπά άκλιτο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταμπά ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]