τρία πουλάκια κάθονται
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν/κάθουνταν
- λόγια που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους
- στάση ανθρώπου που δεν έχει ενδιαφέρον ή δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα γύρω του
- ο παλαβός άνθρωπος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- τρία πουλάκια ...
- τρία πουλάκια κάθονταν
- τρία πουλάκια κάθουνταν
και παραλλαγές συμπλήρωσης στίχου
- τρία πουλάκια κάθουνταν στον ήλιο και λιαζόνταν (το λιαζόνταν < λιάζονταν με μετακίνηση τόνου για μετρική ανάγκη)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ «Τρία πουλάκια» σε δημοτικά τραγούδια Σύγγραμμα περιοδικόν, Τόμοι 8-9, σελ.205 Εν Κωνσταντινουπόλει: Ελληνικός Φιλολογικός Σϋλλογος, 1874