Μετάβαση στο περιεχόμενο

τρία πουλάκια κάθονται

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τρία πουλάκια κάθονται: συνηθισμένη αρχή δημοτικών τραγουδιών[1]
 δείτε τις λέξεις τρία, πουλάκι και κάθομαι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾia puˈlaca ˈkaθonde/

Έκφραση

[επεξεργασία]

τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν/κάθουνταν

  1. λόγια που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους
  2. στάση ανθρώπου που δεν έχει ενδιαφέρον ή δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα γύρω του
  3. ο παλαβός άνθρωπος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • τρία πουλάκια ...
  • τρία πουλάκια κάθονταν
  • τρία πουλάκια κάθουνταν

και παραλλαγές συμπλήρωσης στίχου

  • τρία πουλάκια κάθουνταν στον ήλιο και λιαζόνταν (το λιαζόνταν < λιάζονταν με μετακίνηση τόνου για μετρική ανάγκη)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. «Τρία πουλάκια» σε δημοτικά τραγούδια Σύγγραμμα περιοδικόν, Τόμοι 8-9, σελ.205 Εν Κωνσταντινουπόλει: Ελληνικός Φιλολογικός Σϋλλογος, 1874