τροῦλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τροῦλος τρούλω τροῦλοι
Γενική τρούλου τρούλοιν τρούλων
Δοτική τρούλ τρούλοιν τρούλοις
Αιτιατική τροῦλον τρούλω τρούλους
Κλητική τροῦλε τρούλω τροῦλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τροῦλος < λατινική trulla

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τροῦλος αρσενικό

  • τρούλος
    Γίνωσκε δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ δευτέρῳ ἔτει τῆς βασιλείας τοῦ διαληφθέντος βασιλέως ᾿Ιουστίνου δὴ τοῦ Θρᾳκός, ἡμέρᾳ γ′ ὥρᾳ ε′, πίπτει ὁ τροῦλος τῆς τοῦ θεοῦ μεγάλης ἐκκλησίας, καὶ συνετρίβη ὁ ἀξιοθαύματος ἄμβων, ἡ πολύτιμος σωλαία καὶ τὸ πολυποίκιλον ἔδαφος. (Μιχαήλ Γλυκάς, Βίβλος χρονική, 506, 16-21)

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]