Μετάβαση στο περιεχόμενο

τσίμπησε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

τσίμπησε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τσιμπώ