Μετάβαση στο περιεχόμενο

τυποποίησις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τυποποίησις, -εως θηλυκό