υπομνηματικώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπομνηματικώς < ελληνιστική κοινή ὑπομνηματικῶς < ὑπομνηματικός < αρχαία ελληνική ὑπόμνημα < μνήμη
Επίρρημα
[επεξεργασία]υπομνηματικώς
- (αρχαιοπρεπές) με υπόμνημα
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπομνηματικώς
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υπομνηματικώς - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)