υπονυστάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπονυστάζω < αρχαία ελληνική ὑπονυστάζω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.po.niˈsta.zo/
Ρήμα
[επεξεργασία]υπονυστάζω
- (παρωχημένο) με παίρνει ο ύπνος σιγά-σιγά
- ※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπονυστάζω