Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποσίτισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υποσίτισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποσιτίζω