φαρσί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαρσί < (άμεσο δάνειο) τουρκική farsi < περσική فارسی (fârsi)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαρσί ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό άκλιτο

  1. η περσική γλώσσα, τα περσικά
    ευτυχώς ο αρχηγός του γκρουπ ήξερε τα φαρσί και μπορέσαμε να συννενοηθούμε

Επίρρημα[επεξεργασία]

φαρσί

  1. (για γνώση ξένης γλώσσας) πάρα πολύ καλά, άπταιστα
    μιλάει τα γαλλικά φαρσί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]