φθείρομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθείρομαι < παθητική φωνή του ρήματος φθείρω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φθείρομαι

  1. υφίσταμαι φθορά, καταστρέφομαι, βλάπτομαι, υλικά, ψυχολογικά, ηθικά, αναλώνομαι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]