χρημάτων
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /xɾiˈma.ton/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : χρη‐μά‐των
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χρημάτων ουδέτερο
- γενική πληθυντικού του χρήμα
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]χρημάτων ουδέτερο
- γενική πληθυντικού του χρῆμα