χρυσοφορέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χρυσοφορέω < χρυσοφόρος

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χρυσοφορέω

  1. είμαι ντυμένος με χρυσή στολή
  2. φοράω χρυσαφικά ή απλώς χρυσό δαχτυλίδι
  3. πληρώνω φόρο σε χρυσάφι (ελληνιστική έννοια]])