называть

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /[nəzɨˈvatʲ]/
называть 

Ρήμα[επεξεργασία]

называть (ru)

  1. αποκαλώ, ονομάζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

μη συνοπτική όψη1
απαρέμφατο называ́ть
ζεύγη ρημάτων απλό αυτοπαθές
μη συνοπτικό называ́ть называ́ться
συνοπτικό назва́ть назва́ться
μέλλοντας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. бу́ду называ́ть бу́дем называ́ть
β' πρόσ. бу́дешь называ́ть бу́дете называ́ть
γ' πρόσ. бу́дет называ́ть бу́дут называ́ть
ενεστώτας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. называ́ю называ́ем
β' πρόσ. называ́ешь называ́ете
γ' πρόσ. называ́ет называ́ют
προστακτική называ́й называ́йте
μετοχή ενεστώτα ενεργητικής называ́ющий
μετοχή ενεστώτα παθητικής называ́емый
επιρρηματική μετοχή ενεστώτα называ́я
παρελθόντας ενικός πληθυντικός
αρσενικό называ́л называ́ли
θηλυκό называ́ла
ουδέτερο называ́ло
μετοχή παρελθόντα ενεργητικής называ́вший
μετοχή παρελθόντα παθητικής
επιρρηματική μετοχή παρελθόντα
παράγωγα ουσιαστικά

1συχνά σε εγχειρίδια κ' ως "ατελής μορφή" ή "μη τετελεσμένη μορφή"

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]