субстанция

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

субстанция (ru) θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  1. материал, вещество

Αντώνυμα[επεξεργασία]

  1. вакуум