Μετάβαση στο περιεχόμενο

турецкий горох

Από Βικιλεξικό

Ρωσικά (ru)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
турецкий горох <  δείτε τις λέξεις турецкий και горох, κυριολεκτικά: τουρκικός αρακάς

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

турецкий горох (ru)

  1. (φυτό) ρεβιθιά
  2. (όσπριο) ρεβίθι

Συνώνυμα

[επεξεργασία]