Μετάβαση στο περιεχόμενο

αρακάς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αράκ

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρακάς οι αρακάδες
      γενική του αρακά των αρακάδων
    αιτιατική τον αρακά τους αρακάδες
     κλητική αρακά αρακάδες
Ο πληθυντικός είναι σπάνιος
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αρακάς < μεσαιωνική ελληνική ἀρακάς[1] [2] < αρχαία ελληνική ἄρακος[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ɾaˈkas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αρακάς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αρακάς αρσενικό

  1. (όσπριο) το μπιζέλι, πολύσπερμος λοβός με εδώδιμα μικρά, στρογγυλά και πράσινα σπέρματα
  2. το καθένα, πλούσιο σε πρωτεΐνες, σπέρμα που περιέχεται σε αυτόν τον λοβό
  3. (φυτό) το φυτό που παράγει τα ομώνυμα σπέρματα
  4. το φαγητό που έχει ως βάση τα παραπάνω σπέρματα

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Συνήθως χρησιμοποιείται ο ενικός για την τροφή και το πιάτο, όπως με τα περισσότερα δημητριακά, σε αντίθεση με τα λοιπά φαγώσιμα που χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό όπως φασόλια, μακαρόνια κλπ.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἀρακάς - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
  2. 1 2 αρακάς - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας