αρακάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αρακάς οι αρακάδες
      γενική του αρακά των αρακάδων
    αιτιατική τον αρακά τους αρακάδες
     κλητική αρακά αρακάδες
Ο πληθυντικός είναι σπάνιος
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρακάς < αρχαία ελληνική ἄρακος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρακάς αρσενικό

  1. το μπιζέλι, πολύσπερμος λοβός με εδώδιμα μικρά, στρογγυλά και πράσινα σπέρματα
  2. το κάθε ένα, πλούσιο σε πρωτεΐνες, σπέρμα που περιέχεται σε αυτό το λοβό
  3. το φυτό που παράγει τα ομώνυμα σπέρματα
  4. το φαγητό που έχει ως βάση τα παραπάνω σπέρματα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • συνήθως χρησιμοποιείται ο ενικός για την τροφή και το πιάτο, όπως με τα περισσότερα δημητριακά, σε αντίθεση με τα λοιπά φαγώσιμα που χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό (φασόλια, μακαρόνια κλπ)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]