Μετάβαση στο περιεχόμενο

pois

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pwa/
  le pois
ομόηχα: poids, poix, pouah


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pois (fr))



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pois (it)



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

pois (pt)

  1. μετά, και
  2. λοιπόν
  3. επειδή, διότι

Εκφράσεις

[επεξεργασία]



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

pois (fi)