ἄρακος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ᾰρᾰκο-
ονομαστική ἄρακος οἱ ἄρακοι
      γενική τοῦ ἀράκου τῶν ἀράκων
      δοτική τῷ ἀράκ τοῖς ἀράκοις
    αιτιατική τὸν ἄρακον τοὺς ἀράκους
     κλητική ! ἄρακε ἄρακοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀράκω
γεν-δοτ τοῖν  ἀράκοιν
2η κλίση, ομάδα 'θρίαμβος', Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄρακος < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄρακος αρσενικό

Πηγές[επεξεργασία]