Erbse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛʁpsə/
Erbse 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Erbse die Erbsen
γενική der Erbse der Erbsen
δοτική der Erbse den Erbsen
αιτιατική die Erbse die Erbsen

Erbse (de) θηλυκό