ρεβιθιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ρεβίθια με καρπούς
     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ρεβιθιά οι ρεβιθιές
      γενική της ρεβιθιάς των ρεβιθιών
    αιτιατική τη ρεβιθιά τις ρεβιθιές
     κλητική ρεβιθιά ρεβιθιές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεβιθιά < ρεβίθ(ι) + -ιά < μεσαιωνική ελληνική *ρεβίθι/ροβίθι < ελληνιστική κοινή ἐρεβίνθιον < αρχαία ελληνική ἐρέβινθος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾε.viˈθça/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρεβιθιά θηλυκό

  • (βοτανική) ποώδες φυτό του γένους Cicer (είδος Cicer arietinum), με σύνθετα φύλλα κι μικρά άσπρα άνθη, που καλλιεργείται για τους σπόρους τους, τα ρεβίθια

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]