Μετάβαση στο περιεχόμενο

ار

Από Βικιλεξικό

Οθωμανικά τουρκικά (ota)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ار < (κληρονομημένο) πρωτοτουρκική *ēr
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: τουρκικά: er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ار (er)

  1. ο άντρας, ο σύζυγος
  2. ο γενναίος άντρας
  • σελ. 55 - Redhouse, James W.. (1890). A Turkish and English Lexicon. Shewing in English: The Significations of the Turkish Terms [Τουρκικό (οθωμανικό) και αγγλικό λεξικό] (Κωνσταντινούπολη, Printed for the American Mission by A.H. Boyajian, 1890 @archive.org) (ανατύπωση: Βηρυτός, Librairie du Liban, 1974 & 1987).