ἀγάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγάζω < ἄγαν

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἀγάζω
  1. σύνταξη με αιτιατική ἀγάζω τι = εξετάζω με αγανάκτηση
  2. (αμετάβατο) ἀγάζω = αγανακτώ
  3. παθητική φωνή ἀγάζομαι τινά = εκθειάζω, εγκωμιάζω, υπερυψώνω κάποιον

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το ρήμα "ἀγάζω" είναι ελλιπές με περιορισμένη χρήση μόνο στον ενεργητικό και μέσο ενεστώτα, ἀγάζω και ἀγάζομαι, απαντάται στον Πίνδαρο (Νεμεονίκες 11, 6) και στα Ορφικά Αργοναυτικά 64), πρόκειται για πολύ αρχαίο ρήμα