ἀκονάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀκονάω < ἀκόνη

Ρήμα[επεξεργασία]

ἀκονάω-ἀκονῶ

  1. ακονίζω όπλα ή εργαλεία
  2. (μεταφορικά) ακονίζω τη γλώσσα, οξύνω, ερεθίζω, θίγω