ἄνδρας
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄνδρας < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄνδρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνήρ. Σημασία 3 «παλικάρι, γενναίος άντρας» < ἀνήρ σημασία 5 «πράγματι άνδρας, πραγματικός άντρας». Σημασία 4 «σύζυγος» < ἀνήρ σημασία 7 «σύζυγος».
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄνδρας αρσενικό
- ο άνδρας
- το αρσενικό ζώο
- (επιτατικό) το παλικάρι, γενναίος άνδρας
- Σπαν. A 303
- ὡς ἄνδρας ἀγωνίστησε
- ≈ συνώνυμα: παλληκάριον
- Σπαν. A 303
- ο σύζυγος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]ἄνδρας (μεσαιωνικά ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄνδρας - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἄνδρας αρσενικό
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἄνδρας (ελληνιστική κοινή)
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]ἄνδρας αρσενικό
- αιτιατική πληθυντικού του ἀνήρ
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επιτατικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ς (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)