Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄνδρας

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άνδρας

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄνδρας < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄνδρας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνήρ. Σημασία 3 «παλικάρι, γενναίος άντρας» < ἀνήρ σημασία 5 «πράγματι άνδρας, πραγματικός άντρας». Σημασία 4 «σύζυγος» < ἀνήρ σημασία 7 «σύζυγος».

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄνδρας αρσενικό

  1. ο άνδρας
  2. το αρσενικό ζώο
  3. (επιτατικό) το παλικάρι, γενναίος άνδρας
    Σπαν. A 303
    ὡς ἄνδρας ἀγωνίστησε
     συνώνυμα: παλληκάριον
  4. ο σύζυγος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄνδρας < από την αιτιατική του ἀνήρ «τὸν ἄνδρα» +

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἄνδρας αρσενικό

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ἄνδρας αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]