Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἀβαία

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ Ἀβαίᾱ αἱ Ἀβαῖαι
      γενική τῆς Ἀβαίᾱς τῶν Ἀβαιῶν
      δοτική τῇ Ἀβαίᾳ ταῖς Ἀβαίαις
    αιτιατική τὴν Ἀβαίᾱν τὰς Ἀβαίᾱς
     κλητική ὦ! Ἀβαίᾱ Ἀβαῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἀβαίᾱ
γεν-δοτ τοῖν  Ἀβαίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἀβαία < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἀβαία θηλυκό