Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ἄρνη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἄρνη αἱ Ἄρναι
      γενική τῆς Ἄρνης τῶν Ἀρνῶν
      δοτική τῇ Ἄρν ταῖς Ἄρναις
    αιτιατική τὴν Ἄρνην τὰς Ἄρνᾱς
     κλητική ! Ἄρνη Ἄρναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἄρν
γεν-δοτ τοῖν  Ἄρναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ἄρνη < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ἄρνη θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. ονομασία πόλεων