ἐπιγιγνώσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπιγιγνώσκω < ἐπί + γιγνώσκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἐπιγιγνώσκω

  1. γνωρίζω κάτι ως αυτόπτης, το βλέπω με τα μάτια μου