Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἑλκόω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἑλκόω < ἓλκος

ἑλκόω-ἑλκῶ

  1. τραυματίζω, πληγώνω
  2. προκαλώ την εμφάνιση πύου
  3. (για δέντρα) ανοίγω σχισμή


Συγγενικά

[επεξεργασία]

στη νεοελληνική

στην αρχαία γλώσσα

  • το ἕλκος τοῦ ἕλκους (πληγή, τραύμα, απόστημα, φλεγμονή)
  • ἑλκαίνω (έχω ἕλκος, ἑλκούμαι)
  • ἡ ἕλκωσις τῆς ἑλκώσεως (ο σχηματισμός ἕλκους)
  • ὁ ἡ ἑλκώδης, το ἑλκῶδες, τοῦ ἑλκώδους, τῶν ἑλκωδών (πλήρης ἑλκῶν)